Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια |
|
Επιλεγμένα ζώα |
|
Περιεχόμενα: |
|
|
Αλεπού
Ασβός
Λαγός
Λύκος
Πεταλούδα
Σκίουρος
Τσακάλι
|
Δρυοκολάπτης Κορμοράνος Κουκουβάγια |
|
Πιο ογκώδης και μεγαλόσωμος από την κατοικίδια γάτα, ο αγριόγατος ξεχωρίζει κυρίως από τη φουντωτή ουρά του που έχει μήκος γύρω στα 30 εκ., φαρδαίνει προς την άκρη και στολίζεται με σκούρες ρίγες. Το κεφάλι του είναι επίσης πιο ογκώδες από της γάτας. Το τρίχωμά του έχει ποικιλία καστανόξανθων τόνων. Δικτυότοποι για την αγριόγατα: Δημοτικό σχολείο Ρίζου - αγριόγατα Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - αγριόγατα
|
| Αλεπού | |
|
Η αλεπού (Vulpes vulpes) είναι θηλαστικό της οικογένειας Κυνίδες. Το πιο γνωστό είδος είναι η κόκκινη αλεπού. Το τρίχωμά της είναι κοκκινωπό με λευκά το κάτω μέρος των ποδιών κα το άκρο της ουράς της. Εξωτερικά μοιάζει λίγο με τον σκύλο, αλλά η ουρά της είναι πολύ πιο φουντωτή και το τρίχωμά της πιο πυκνό. Φτάνει σε μήκος τα 90εκ. και ζυγίζει 7-10 κιλά. Τα πόδια της είναι κοντά και λεπτά, και έτσι η ουρά της της χρησιμεύει και σαν μέσο ισσοροπίας. Κυκλοφορεί περισσότερο την νύχτα για να βρεί την τροφή της, η οποία μπορεί να είναι κουνέλια, ποντίκια, ακόμα και καρποί ή άλλες φυτικές τροφές. Πολλές φορές καταστρέφει τα κονικλοτροφεία και τα κοτέτσια των ανθρώπων. Όταν έρχεται ο καιρός της αναπαραγωγής, το θηλυκό σκάβει μια φωλιά με δαιδαλώδεις διαδρόμους μέσα σε μια περιοχή η οποία ανήκει σ' ένα συγκεκριμένο αρσενικό. Μετά από 50 ημέρες, γεννιούνται μικρά τα οποία για τις πρώτες 2 εβδομάδες είναι τυφλά. Η μητέρα τους τους φέρνει τροφή καθημερινά, και κάθε φορά που γυρίζει στην φωλιά της ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Η κόκκινη αλεπού ζει στην Ευρώπη και στην Ασία. Υπάρχουν όμως άλλα είδη αλεπούδων, όπως η αρκτική αλεπού (Alopex Lagopus), που ζει στις πολικές περιοχές. Δικτυότοποι για την αλεπού:
|
| Ασβός | |
![]() |
Οι ασβοί είναι ζώα με μικρό μέγεθος που η γούνα τους είναι κυρίως μαύρη με άσπρη, είναι μικρά και δεν ξεπερνούν τα τριάντα εκατοστά. Σαν όπλο τους έχουν την αποβολή εκκρίσεων με άσχημη μυρωδιά που απομακρύνει τον εχθρό τους. Γεννιέται στις αρχές τις άνοιξης και σε έξι μήνες από τη γέννησή του, ζει πλέον μόνος του. Η φωλιά του ασβού αποτελείται από άχυρο. Μένει μέσα σε αυτή κατά όλη τη διάρκεια της μέρας, σαν νυχτόβιο ζώο που είναι, ενώ σε όλη του τη ζωή έχει ένα μόνο σύντροφο, με τον οποίο ζούνε μαζί στην ίδια φωλιά. Δικτυότοποι για τον ασβό:
|
| Λαγός | |
![]() |
Απαντάται σε όλη την Ευρώπη , Μ.Ασία Αραβία Β.Αφρική έχει επίσης εισαχθεί στην Αμερική Αυστραλία Ν Ζηλανδία . Λόγω της μεγάλης εξάπλωσης το είδος παρουσιάζει διάφορες από τόπο σε τόπο πχ στη νότια Ευρώπη είναι μικρότερος με κοντότερο τρίχωμα από ότι στη βόρειο Ευρώπη . Περιγραφή Το σώμα του είναι επίμηκες με μήκος 50-60 εκατ. και ύψος 20-30 και βάρος 3-6 κιλά. Το θηλυκό είναι κατά κανόνα μεγαλύτερο από το αρσενικό . Το κεφάλι του είναι μεγάλο και ωοειδές και τα μάτια του βρίσκονται λοξά και πλάγια του κεφαλιού. Το τρίχωμα του αλλάζει δύο φορές το χρόνο μία το φθινόπωρο και μια την άνοιξη .(πιο αραιό και ανοιχτόχρωμο). Βιότοπος . Τον συναντάμε σε ποικιλία βιοτόπων εκτός από πολύ μεγάλα υψόμετρα πάνω από 1500μ και τις πολύ ψυχρές και υγρές περιοχές. Άριστος βιότοπος αποτελούν οι αραιοί θαμνότοποι η τα αραιά δάση κοντά σε γεωργικές εκτάσεις ,περιοχές δηλαδή που μπορεί να βρει άφθονη τροφή και καλούς κρυψώνες. Διατροφή Η τροφή του περιλαμβάνει τρυφερά χόρτα ,χυμώδεις καρπούς ,δημητριακά και σε περιόδους που αυτά δεν υπάρχουν σε αφθονία μπορεί να τραφεί και με νεαρούς βλαστούς , φλοιούς θάμνων ,κάστανα ,βελανίδια. Το απαραίτητο νερό το παίρνει με τη τροφή ,πίνει νερό μόνο κατά την διάρκεια μεγάλης ξηρασίας και όταν θηλάζει τα νεογνά. Διάφορα. Είναι μοναχικό είδος ,ζει μόνιμα σε μια περιοχή ακτίνας 500μ και δύσκολα την εγκαταλείπει(όταν δεν υπάρχει τροφή, η έχει συνεχή ενόχληση).Κολυμπά καλά αλλά μόνο όταν απαιτηθεί λόγω κινδύνου. Κινείται κυρίως τις πρωινές και απογευματινές ώρες, ενώ όταν είναι πανσέληνος καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας. Τη μέρα παραμένει κρυμμένος μέσα στη φωλιά του, λιάζεται ή κάνει αμμόλουτρα. Κατά τις μετακινήσεις του χρησιμοποιεί τα ίδια μονοπάτια τα οποία σημαδεύει με εκκρίματα τα οποία προέρχονται από αδένες του προσώπου . Ο λαγός τρίβει τα πόδια του στο πρόσωπο του και έτσι τα εκκρίματα κολλούν στα πόδια του και μεταφέρονται με το βάδισμά του ( στα πέλματα των ποδιών του δεν υπάρχουν οσμοποιοί αδένες). Η σήμανση της περιοχής ενδημίας γίνεται και με οσμοποιούς αδένες που βρίσκονται στη βάση του πρωκτού . Σχεδόν πάντα δεν κατευθύνεται αμέσως στη φωλιά του αλλά εκτελεί παραπλανητικές διαδρομές προκειμένου να ξεγελάσει τους εχθρούς του και τελικά κάνοντας μεγάλα άλματα δεξιά, αριστερά και ένα μεγαλύτερο άλμα 1-1,5 μ. κάθεται στη φωλιά του . Η παραπάνω συμπεριφορά του συμβαίνει και στα πιο νεαρά άτομα και αυτό δείχνει ότι είναι έμφυτο . Ο λαγός σπάνια εγκαταλείπει τον κρυψώνα του ακόμα και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται σε απόσταση τριών μέτρων , κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι κοιμάται με ανοιχτά μάτια. Μπορεί να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες αλλά η κατασκευή των ποδιών του δυσκολεύει την κίνηση του στις κατηφόρες ενώ στην ανηφορική κίνηση είναι πιο γρήγορος. Πολλές φορές όταν κινδυνεύει παράγει οξείς ήχους χτυπώντας το έδαφος με τα πόδια του ή τρίβοντας τα δόντια του, τέτοιοι ήχοι δημιουργούνται σε διαπληκτισμούς μεταξύ του , την περίοδο της αναπαραγωγής , την συνουσία και πριν τον θηλασμό των μικρών . Αισθήσεις : Έχει πολύ καλή ακοή και όσφρηση . Η πλάγια τοποθέτηση των ματιών έχει σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη μπροστινή δυνατότητα , αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να διακρίνει ακόμα και τον άνθρωπο όταν είναι σε κοντινή απόσταση μπροστά του και δεν κινείται. Στα πλάγια όμως έχει μια ευρείας γωνίας ορατότητα. Αναπαραγωγή : Αναπαράγεται από τον Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο αλλά η περίοδος αυτή μπορεί να αλλάξει λόγω καιρικών συνθηκών. Είναι είδος πολυγαμικό . Γεννά τέσσερις πέντε φορές τον χρόνο από 2-4 μικρά (περισσότερα στο μέσο της αναπαραγωγικής περιόδου και λιγότερα στην αρχή και στο τέλος. Τα νεογνά γεννιούνται κάθε 30 -35 μέρες η κύηση όμως διαρκεί 42-44 μέρες . Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μήτρα είναι δισχεδής με αποτέλεσμα να διακρατεί δύο γέννες ταυτόχρονα . Έτσι λοιπόν πριν τον τοκετό γονιμοποιείται ξανά, το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται σε άλλο θηλαστικό και είναι γνωστό ως επικύηση . Ο θηλασμός διαρκεί 2-3 εβδομάδες και τα μικρά γίνονται ανεξάρτητα μετά από τριάντα μέρες και ωριμάζουν σεξουαλικά μετά από 7-8 μήνες . Η διάρκεια της ζωής του λαγού είναι 7-8 χρόνια. Φυσικοί εχθροί : Ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος από όλα τα σαρκοφάγα , λύκος , αλεπού , αγριόγατα κ.λ.π μέχρι και τα αρπακτικά γεράκια , αετοί κ.λ.π Ο πληθυσμός παρουσιάζει έντονες αυξομειώσεις οι οποίες στην Βόρεια Ευρώπη έχουν μια κανονικότητα ( κάθε 9-10 χρόνια) ,ενώ στα πιο εύκρατα κλίματα οι αυξομειώσεις αυτές είναι ακανόνιστες . Για την ελάττωση του πληθυσμού των λαγών επιδρούν πολλές φορές συμπληρωματικά οι παρακάτω παράγοντες : α) ποσότητα και ποιότητα της τροφής β) κλιματικοί παράγοντες γ) μεγάλος αριθμός και ανταγωνισμός στην εξεύρεση τροφής . Δικτυότοποι για το λαγό:
|
| Λύκος | |
|
Κανένα άλλο ζώο δεν έχει πλουτίσει τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών όλου του κόσμου όπως ο λύκος. Σύμβολο δύναμης και ελευθερίας στοιχειώνει με την παρουσία του θρύλους και παραμύθια εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Δικτυότοποι για το λύκο:
|
| Πεταλούδα | |
![]() |
Η πεταλούδα είναι έντομο της Τάξης των Λεπιδόπτερων και ανήκει σε μία από τις υπεροικογένειες των Hesperioidea (Εσπερίες) ή των Papilionoidea (όλες οι άλλες πεταλούδες). Οι πεταλούδες ανήκουν στο φύλο των αρθρόποδων και την τάξη των εντόμων. Τα είδη τους υπερβαίνουν τον αριθμό των 100.000 σε όλο τον κόσμο. Έχουν μακριές κεραίες, δύο ζεύγη φτερών καλυμμένα με πολύχρωμα λέπια, διαθέτουν στοματικά μόρια μυζητικού τύπου και οι κεραίες τους ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Η μεταμόρφωσή τους από την στιγμή της γέννησης, σε μορφή κάμπιας (προνύμφες), είναι τεράστια. Έχουν σκωληκόμορφο σώμα και μασητικό στοματικό τύπο, ενώ συχνά διαθέτουν μεταξοειδείς αδένες και με τα λεπτά στρώματα μεταξιού που παράγουν, δημιουργούν ένα κουκούλι, στο οποίο εισέρχονται και μετατρέπονται σε χρυσαλίδες. Όταν βγαίνουν από το κουκούλι, έχουν πλέον τη μορφή ενήλικης πεταλούδας. Οι πεταλούδες είναι φυτοφάγες και συχνά το μεγαλύτερο τμήμα τους παρουσιάζει περιπτώσεις σεξουαλικού διμορφισμού. Τα Λεπιδόπτερα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα ομοιόνευρα, στα οποία οι τέσσερις φτερούγες παρουσιάζουν όμοιες πτυχώσεις και τα ετερόνευρα στα οποία οι πίσω φτερούγες έχουν μειωμένες πτυχώσεις. Ανήκουν στη τάξη των εντόμων και υπάρχουν περισσότερα από 100.000 είδη σε όλο τον κόσμο. Έχουν μακριές κεραίες, 2 ζεύγη φτερών καλυμμένα με πολύχρωμα λέπια, τα στοματικά μόρια είναι μυζητικού τύπου και οι κεραίες τους ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Οι πεταλούδες είναι φυτοφάγες και συχνά επιζήμιες για τη γεωργία. Το μεγαλύτερο μέρος τους παρουσιάζει περιπτώσεις σεξουαλικού διμορφισμού. Τα Λεπιδόπτερα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα ομοιόνευρα, στα οποία οι τέσσερις φτερούγες παρουσιάζουν όμοιες πτυχώσεις και τα ετερόνευρα στα οποία οι πίσω φτερούγες έχουν μειωμένες πτυχώσεις. Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα 236 αναγνωρισμένα είδη ελληνικών πεταλούδων. (Η πολύ μεγαλύτερη σε έκταση Ισπανία διαθέτει 225 είδη, η Ιταλία 250-260 και η επίσης πλούσια σε πεταλούδες Τουρκία διαθέτει 350 είδη). Μερικά από αυτά είναι η Polyommatus menelaos, Plepejus eurypilus pelopides και Turanana endymion taygetica που συναντάται στην Πελοπόννησο. Άλλα ενδιαφέροντα είδη είναι τα Papilio machaon, Colias aystralis, Heodes tityrus, Syntarucus pirithous, Lampides boeticus, Celastrina argiolus, Pseudophilotes Vicrana, Syrichtus proto, Erynnis marloyi κ.ά. Υπάρχουν 13 ενδημικά είδη πεταλούδας που απαντώνται μόνο στην Ελλάδα, από τα οποία τα τέσσερα ζουν στην Κρήτη και ένα στη Χίο. Σε 48 ανέρχονται τα είδη που έχουν ασιατική προέλευση και από αυτά τα 35 δεν ζουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Δικτυότοποι για την πεταλούδα:
|
| Σκίουρος | |
|
Προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης, από το ΠΔ 67/1981 και από το ΚΒ-IUCN. Είναι τρωκτικό είδος που ζει στα δένδρα. Μοναχικό ζώο, δραστηριοποιείται την ημέρα, για το λόγο αυτόν μπορεί κάποιος να τον συναντήσει. Ζει σε δάση πλατύφυλλων, κωνοφόρων, αλλά και σε μεικτά δάση. Αν και δεν απειλείται, κινδυνεύει γενικότερα από την ευρεία χρήση φυτοφαρμάκων στη γεωργία. Θηρευτές του είναι αρπακτικά πουλιά. Η φωλιά του βρίσκεται συνήθως σε τρύπες στα δένδρα, σε ύψος πάνω από 5 μ.. Το χειμώνα παραμένει μέσα στη φωλιά του, όπου αποθηκεύει από το καλοκαίρι σπόρους με τους οποίους τρέφεται. Αναγνώριση: Έχει μήκος περίπου 25 εκ. και με την ουρά του φθάνει τα 45 εκ. Το χρώμα του είναι το καλοκαίρι κόκκινο-καφέ και το χειμώνα γκρι-καφέ. Η κοιλιά είναι ανοιχτόχρωμη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελεί η φουντωτή ουρά του. Συνήθως, κάθεται στα πίσω πόδια που είναι πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά. Το χειμώνα σχηματίζονται τούφες γύρω από τα αυτιά που είναι σχετικά μεγάλα. Δικτυότοποι για το σκίουρο:
|
| Τσακάλι | |
|
Βιολογία Δικτυότοποι για το τσακάλι:
|
| Δρυοκολάπτης | |
![]() |
1 - Η ζωή του: Ζει στα δάση της πατρίδας μας και στις δασώδεις περιοχές όλου σχεδόν του κόσμου, εκτός από τη Μαδαγασκάρη και μερικές περιοχές της Αυστραλίας. 2 - Το σώμα του: Το μήκος του σώματός του κυμαίνεται από 9 - 55 εκστμ. και έχει χρώμα ασπρόμαυρο και λίγο πρασινωπό. Έχει μακρύ λαιμό, μεγάλο κεφάλι και ράμφος αρκετά μακρύ και ισχυρό, για να μπορεί να βρίσκει εύκολα την τροφή του στις φλούδες των δέντρων ή στα ξύλα όπου ανοίγει τρύπες. Έχει νύχια μυτερά στα δύο μπροστινά δάχτυλα του κάθε ποδιού, που τον βοηθούν να στηρίζεται εύκολα στους κορμούς των δέντρων. Σ` αυτό τον βοηθά επίσης και η ουρά του, που έχει σκληρά φτερά. 3 - Τροφή - Πολλαπλασιασμός: Ο δρυοκολάπτης πετά από δέντρο σε δέντρο και χτυπά δυνατά τον κορμό του. Από τον κρότο καταλαβαίνει ποιο δέντρο είναι κούφιο και χωρίς να χάσει καιρό ανοίγει με το ράμφος του τρύπες, χώνει μέσα τη μακρουλή και κολλώδη γλώσσα του και μαζεύει σκουλήκια, προνύμφες και έντομα που βρίσκονται εκεί μέσα. Από όλα τα είδη ο δρυοκολάπτης της Ν Αφρικής είναι ο μόνος που δεν τρυπά τις φλούδες ή τα ξύλα των δέντρων. Τρέφεται με έντομα και σκουλήκια που βρίσκει μέσα στην ξερή λάσπη. Στη λάσπη επίσης κατασκευάζει και τη φωλιά του. Όλοι οι άλλοι φτιάχνουν τη φωλιά τους στις κουφάλες των δέντρων ή ανοίγουν τρύπες στους κορμούς των δέντρων, σε χοντρούς πασσάλους και σε τηλεφωνικούς στύλους. Εκεί το θηλυκό γεννά μέχρι τρεις φορές το χρόνο από 5 - 8 αβγά την κάθε φορά και τα κλωσά 16 ημέρες. 4 - Είδη: Στην οικογένεια των δρυοκολαπτιδών ανήκουν 210 είδη. Τα πιο γνωστά είδη στην πατρίδα μας είναι: ο δρυοκολάπτης ο χλωρός ή χλωρίων, η πίπρα ή πίπος ή πιπώ των αρχαίων και ο κελεός ή κολεός κατά τον Αριστοτέλη. Λέγεται και σπέλεκος, ξυλοφάς ή ξυλοφάγος, σαρακοφάγος, τρυπόξυλο, καλοτύπης και τσικλιτάρα. Άλλα είδη επίσης γνωστά στην Ελλάδα είναι ο δενδροκόπος ή δρυοβάτης ο μέγας, η μεγάλη τσικλιτάρα ή ζιγκλιάρα, ο δενδροκόπος ο λευκόνωτος ή παρδαλή τσικλιτάρα, ο δενδροκόπος ο μικρός ή μικρή τσικλιτάρα, ο δενδροκόπος ο μέτριος, ο δενδροκόπος ο μέγας ή μαύρη τσικλιτάρα και ο ίυγξ ή μυρμηγκοφάγος, καλλιαγός, σφοντύλι, γλωσσάς, αναγελάστρα και στραβολαίμης. Από τα γνωστά και χαρακτηριστικά είδη που ζουν στις ξένες χώρες είναι: ο πράσινος, που ζει στις Ινδίες και στην Ευρώπη, εκτός από το ΝΑ τμήμα της. Όμοιος στο σχήμα, αλλά μεγαλύτερος, είναι ο τεφρόχρους, που ζει στη Β Ευρασία και στις Άλπεις. Ο μαύρος, που ζει επίσης στην Ευρασία. Στο γένος "δρυομπάτης", διαδομένο στην Ευρασία, ανήκουν διάφορα είδη όπως ο "ερυθρός" με λευκή ράχη και ο "ερυθρός ο μικρός". Αυτοί διαφέρουν από τους άλλους στο ότι μπορούν να εξημερωθούν πολύ εύκολα. Στις νοτιοδυτικές περιοχές της Β Αμερικής ζει ο δρυοκολάπτης των κάκτων, που τρέφεται με καρπούς των κάκτων και σαρκώδεις καρπούς του ιξού. Τη φωλιά του, που έχει σχήμα κατακόρυφης φιάλης και μήκος 40 εκστ., φτιάχνει στους κορμούς των κάκτων. 5 - Σημασία για τον άνθρωπο: Ο δρυοκολάπτης είναι αρκετά ωφέλιμο πτηνό, γιατί ζει αποκλειστικά με βλαβερά σκουλήκια και έντομα, γι` αυτό οι γεωργοί τον αγαπούν και οι κυνηγοί δεν τον πειράζουν, αφού άλλωστε το κρέας του δεν προσφέρεται για τροφή. Δικτυότοποι για το δρυοκολάπτη:
|
| Κορμοράνος | |
![]() |
Ο Κορμοράνος (Phalacrocorax carbo) είναι ένα διαδεδομένο θαλασσοπούλι. Συναντάται σε πολλά μέρη στην Ευρώπη, Ασία και Αφρική και στην Ανατολική Ακτή της Βόρειας Αμερικής. Είναι μεγάλο μαύρο πουλί, που το μήκος του κυμαίνεται στα 77-94 εκατοστά και με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 121-149 εκατοστά. Έχει μακριά ουρά και λευκό πηγούνι, ενώ τα ενήλικα άτομα την περίοδο της αναπαραγωγής αποκτούν λευκές κηλίδες στους μηρούς και λευκό φτέρωμα στο κεφάλι. Χαρακτηριστικό του κορμοράνου είναι ο κίτρινος λαιμός του που διακρίνεται εύκολα. Τα νεαρά άτομα είναι γενικότερα πιο ανοιχτόχρωμα. Ζει συνήθως κοντά στη θάλασσα, σε λιμνοθάλασσες, λίμνες και ποτάμια. Το χειμώνα αποδημεί προς το Νότο κατά μήκος των ακτών. Στην Ελλάδα μπορούμε να τον συναντήσουμε το Χειμώνα καθώς έρχεται από την Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη στην Ελλάδα, κυρίως στο Θερμαϊκό και Σαρωνικό κόλπο αλλά και σε ορισμένες λίμνες, όπως τη Μικρή Πρέσπα και την Κερκίνη. Συναντάται επίσης και στο Δέλτα του Αξιού. Συχνά τον βλέπουμε να κάθεται σε στήλους και βράχια κοντά στη θάλασσα ή σε λίμνες και ποτάμια με ανοιχτές τις φτερούγες για να τις στεγνώσει. Άριστος κολυμβητής και καλός ψαράς.Φωλιάζει σε δέντρα και βράχια κοντά σε υγρότοπους, φτιάχνοντας τη φωλιά του από φύκια, αλλά μερικές φορές και στην ενδοχώρα. Γεννάει την άνοιξη 3-4 αβγά τα οποία κλωσσάνε και οι δύο γονείς επί 28 -31 μέρες. Δικτυότοποι για τον κορμοράνο:
|
| Κουκουβάγια | |
![]() |
Η κουκουβάγια είναι πτηνό της μεγάλης οικογένειας των Γλαυκίδων και συναντάται στο μεγαλύτερο τμήμα της Γης σε περισσότερα από 200 είδη. Είναι ένα μοναχικό, νυχτόβιο αρπακτικό πουλί που δεν μεταναστεύει ποτέ. Έχει οξύτατη ακοή και όραση, χάρη στα μεγάλα αυτιά της και τα μεγάλα στρόγγυλα μάτια της. Διαθέτει ράμφος σαν αυτό του γερακιού και τρέφεται με μικρά θηλαστικά και έντομα. Από την αρχαιότητα η κουκουβάγια ταυτιζόταν με τη σοφία. Οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν Γλαυξ και την θεωρούσαν το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Ενδεικτική της λατρείας των αρχαίων Ελλήνων για το πτηνό αυτό είναι η αναφορά του Αλεξανδρινού λεξικογράφου Ησύχιου, σύμφωνα με την οποία, πριν ξεσπάσει η ναυμαχία της Σαλαμίνας, είχε πετάξει μια κουκουβάγια ως προάγγελος της νίκης των Ελλήνων. Απαντάται όλο το χρόνο. Αντίθετα με τις υπόλοιπες κουκουβάγιες είναι ημερόβιο πουλί. Κυνηγάει όμως μόνο την αυγή και το σούρουπο. Βρίσκεται σε ανοικτές εκτάσεις με δένδρα, στα όρια του δάσους και σε γεωργικές εκτάσεις. Φωλιάζει σε κουφάλες δένδρων, σχισμές βράχων, σε εγκαταλελειμμένα λαγούμια, αλλά και σε παλιά σπίτια και στάβλους. Τρέφεται κυρίως με έντομα και τρωκτικά. Αναγνώριση: Είναι ένα πολύ όμορφο μικρό σχετικά πουλί. Το μήκος της φθάνει τα 25 εκ. Τα μάτια της είναι ιδιαίτερα μεγάλα. Το χρώμα του πτερώματος είναι καφετί-καστανό με πολλές ακανόνιστες κηλίδες. Το χρώμα της κοιλιάς είναι πιο ανοιχτόχρωμο. Δικτυότοποι για την κουκουβάγια: Δήμος Προσοτσάνης - κουκουβάγια
|
| Κύκνος | |
![]() |
Οι κύκνοι είναι μεγαλόσωμα υδρόβια πτηνά τής οικογένειας Anatidae, στην οποία περιλαμβάνονται οι χήνες και οι πάπιες. Οι περισσότεροι κύκνοι κατατάσσονται στο γένος Κύκνος (Cygnus). Κατατάσσονται μαζί με το συγγενές είδος των χηνών στην υποοικογένεια των Anserinae και σχηματίζουν το φύλο Cygnini, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται μέλη της ξεχωριστής υποοικογένειας Cygninae. Χαρακτηριστικά Μεταναστεύουν πετώντας σε διαγώνιο σχηματισμό ή σε σχηματισμό V, πετώντας σε μεγάλο ύψος. Κανένα άλλο υδρόβιο πουλί δεν φτάνει την ταχύτητα με την οποία κινείται είτε στο νερό είτε στον αέρα. Τρέφονται με υδρόβια φυτά τσαλαβουτώντας επιφενειακά στα ρηχά νερά, και όχι με κατάδυση. Είτε κολυμπούν είτε στέκονται, τα είδη Cygnus olor και Cygnus atratus συχνά διπλώνουν το ένα πόδι πίσω στην πλάτη. Το αρσενικό και το θηλυκό έχουν παρόμοια εμφάνιση. Οι κύκνοι ζευγαρώνουν με έναν σύντροφο ισόβια. Η ερωτική συμπεριφορά τους περιλαμβάνει αμοιβαίο βύθισμα του ράμφους ή στάσεις με τα κεφάλια τους ενωμένα. Το θηλυκό επωάζει κατά μέσον όρο 6 αβγά, ανοιχτόχρωμα και χωρίς κηλίδες, ενώ το αρσενικό είναι άγρυπνος φύλακας, ενώ σε μερικά είδη το αρσενικό συμμετέχει και στην επώαση. Σε περίπτωση επίθεσης, αφού απωθήσουν τον εχθρό, οι κύκνοι παράγουν μια θριαμβευτική κραυγή, όπως και οι χήνες. Τα μικρά γεννιούνται με κοντό λαιμό και χνουδωτά, αν και είναι ικανά να πετούν και να κολυμπούν μόλις μερικές ώρες αφού εκκολαφθούν. Οι γονείς τα φροντίζουν προσεκτικά για πολλούς μήνες, ενώ σε ορισμένα είδη η μητέρα τα μεταφέρει στην πλάτη της. Τα νεαρά, ανώριμα άτομα φέρουν γκρι ή καφέ στικτό φτέρωμα για 2 ή και περισσότερα χρόνια. Οι κύκνοι ενηλικιώνονται κατά το 3ο ή 4ο έτος και ζουν πιθανόν 20 χρόνια σε φυσική κατάσταση και μέχρι 50 χρόνια σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Είδη Ο βουβόκυκνος (Cygnus olor), με ένα μαύρο εξόγκωμα στη βάση του πορτοκαλιού ράμφους, με καμπύλη στάση τού λαιμού και με έντονη κύρτωση τών φτερών. Το είδος αυτό είναι ιθαγενές της Ασίας, από όπου και εισήχθη στην Ευρώπη κυρίως ως διακοσμητικό κατά τον Μεσαίωνα και μετά σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα ζουν τρία είδη κύκνων: ο βουβόκυκνος, Δικτυότοποι για τον κύκνο:
|
| Μπούφος | |
![]() |
Είναι το μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί με ύψος 70 εκ., που φωλιάζει σε τρύπες βράχων ή κουφάλες δέντρων. Κυνηγάει το σούρουπο και την αυγή θηλαστικά και πουλιά. Προέλευση: Ευρώπη, από Σιβηρία ως Κεντρική Ασία, Δ. Κίνα και Κορέα. Ασυνήθιστο και σε ορισμένες περιοχές ακόμα και σπάνιο. Ο πληθυσμός του μειώθηκε κατά την δεκαετία του '60 στις Μεσογειακές χώρες εξ' αιτίας του φαινομένου μειξοαιμάτωσης που έπληξε μεγάλο αριθμό κουνελιών. Δικτυότοποι για τον μπούφο:
|
| Πελαργός | |
![]() |
Είναι ο πιο κοινός πελαργός της χώρας μας. Διαχειμάζει στην Αφρική και έρχεται στην Ελλάδα την άνοιξη. Όταν μεταναστεύει δεν οργανώνεται σε σμήνη, αλλά ταξιδεύει ακατάστατα. Τοποθετεί τη φωλιά του, εκτός από τα δένδρα, σε ανθρώπινες εγκαταστάσεις (καμπαναριά, κολώνες ΔΕΗ, καμινάδες, κ.λ.π.). Είναι πολύ κοινωνικό είδος. Τρέφεται με ψάρια, βατράχια, τρωκτικά, σκουλήκια, και σαλιγκάρια. Αναγνώριση: Το μέγεθός του φθάνει το 1 μ. Το φτέρωμά του σώματος είναι λευκό και των φτερών μαύρο. Το ράμφος του είναι γυαλιστερό, μυτερό και κόκκινο. Κόκκινα είναι και τα πόδια του. Όταν πετάει έχει το λαιμό του τεντωμένο προς τα εμπρός. Την περίοδο του ζευγαρώματος κροταλίζει ρυθμικά το ράμφος του. Οι πελαργοί,κοινώς λέλεκες ή λελέκια, είναι μεγάλα πουλιά με μακρυά πόδια και μακρύ λαιμό, τα οποία ανήκουν στην οικογένεια των Ciconiidae. Ζουν στις θερμότερες περιοχές του πλανήτη και σε ξηρότερα κλίματα από άλλα παρόμοια πουλιά όπως οι ίβεις. Οι πελαργοί δεν μπορούν να κρώξουν γιατί δεν έχουν φωνητικό όργανο και παράγουν κρότους με το ράμφος τους. Αρκετά είδη τους είναι αποδημητικά. Τρώνε συνήθως βατράχους, ψάρια, έντομα, σκουλήκια και μικρά πουλιά ή θηλαστικά. Υπάρχουν 19 είδη πελαργών σε έξη γένη. Δικτυότοποι για τον πελαργό:
|
| Σταχτοτσικνιάς | |
![]() |
O πιο τυπικός και διαδεδομένος ερωδιός. Είναι ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη με 90 εκ. ύψος περίπου. Ο σταχτοτσικνιάς ξεχωρίζει από το σταχτί πάνω μέρος του , λευκωπό από κάτω και το χαρακτηριστικό λοφίο του. Το ράμφος του είναι κίτρινο και μακρύ, την περίοδο της αναπαραγωγής γίνεται κοκκινωπό. Διαλέγει λίμνες, ποτάμια με άφθονή βλάστηση και καραδοκεί πολύ ώρα ακίνητος μέσα ή κοντά στο νερό μέχρι να εμφανιστεί η λεία του . Στη λεία του συγκαταλέγονται συνήθως ψάρια, σαύρες, βατράχια, σκουλήκια, σαλιγκάρια αλλά και ποντίκια. Στήνει την φωλιά του πάνω σε δένδρα ή μέσα στις καλαμιές κατά αναπαραγωγικές αποικίες. Γεννάει τον Μάρτιο – Απρίλιο 4-5 ανοιχτόχρωμα γαλάζια αυγά και το κλώσσημα διαρκεί 25-26 ημέρες. Οι νεοσσοί πετούν μόλις συμπληρώσουν 50 ημέρες ζωής. Στη δεκαετία του 80 σε μελέτες καταγραφής της ορνιθοπανίδας που έγιναν στον υγροβιότοπο ο σταχτοτσικνιάς αναφέρονταν ως αναπαραγόμενο. Σήμερα τον συναντάμε κατά την μεταναστευτική περίοδο και ορισμένα άτομα διαχειμάζουν. Δικτυότοποι για το σταχτοτσικνιά: Edessacity.gr - σταχτοτσικνιάς Πάρκο Αντώνης Τρίτσης - σταχτοτσικνιάς
|
| Στικταετός | |
![]() |
Όταν πετάει μακριά φαίνεται μικρός και μαύρος, αλλά το άνοιγμα των σκούρων καφέ φτερούγων του φτάνει τα 160-175 εκατοστά. Μοιάζει αρκετά με τον Κραυγαετό, αλλά βρίσκεται στην Ελλάδα μόνο το χειμώνα, είναι μεγαλύτερος από αυτόν και πιο ογκώδης. Είναι ένα γεροδεμένο πουλί, με πιο φαρδιές φτερούγες και πιο κοντή ουρά από τον βουνίσιο Χρυσαετό. Τα άσπρα στίγματα, που δίνουν στον Στικταετό το όνομά του, υπάρχουν μόνο στα ανήλικα πουλιά. O Στικταετός στον Αμβρακικό Από τι κινδυνεύει; Πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε; Δικτυότοποι για το στικταετό: users.hol.gr/~etanam - στικταετός Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - στικταετός
|